ἐκκλιτέον
ἐκκλιτέον, one must avoid
ἐκ-κλῐτέον,
- one must avoid, τὸν εὖ βάλλοντα τῶν πολεμίων Plu. Gen.Socr. 2.584d; one must shun, τὰς ἀθρόας πόσεις Ath. 3.120d, cf. Menemach. ap. Orib. 7.22.3.
hay que evitar
τὸ δὲ δηκτικὸν τῶν ἁλῶν ἐπὶ τῶν ἑλκουμένων ἐ.
δρόμους
τὸν εὖ βάλλοντα τῶν πολεμίων ἐ.
πόσεις
(τοὺς ποππυσμούς) λογικοῖς ἀνθρώποις ἐ.
ἐκκλιτέον [ῐ] vb. d’ἐκκλίνω, Plut. M. 584d ; Ath. 120d.