ἐκπιάζω
ἐκπῐ-άζω,
- = ἐκπιέζω, LXX Jd. 6.38, Str. 16.2.43, PHolm. 18.18.
exprimir, prensar para extraer un jugo
τὸν πόκον
τὴν ἄσφαλτον
τυρόν
σπόγγον
τὸν χυλόν
σταφίδος ... ἐκπιασθείσης
ἐκπίασον ἐπιμελῶς εἰς τὴν λοπάδα
• aplastar, machacar
ἀμήνας· ἐκπιάξας, ἀμύξας
κογκύλιον
• fig. exprimir, sacar el jugo de
(τὴν φωνὴν τὴν προτέραν) ὥσπερ μασθὸν προφητικὸν ἐκπιάσωμεν
exprimamos (la frase precedente) como si de una profética ubre se tratase
ἐκ·πιάζω, c. ἐκπιέζω, Spt. Jud. 6, 38 ; Str. 16, 2, 43 Kram.
ἐκπιάζω, s. ἐκπιέζω.