ἐκπιασμός Save LSJ DGE ἐκπῐ-ασμός, ὁ, v. ἐκπιεσμός. ἐκπιασμός -οῦ, ὁ compresión, estrujamiento τῶν τοιούτων σωμάτων ref. a corpúsculos celestes, Epicur.Ep.[3] 101.