ἐκτάραξις
ἐκτάραξις, agitation
ἐκτᾰρ-αξις, εως, ἡ,
- agitation, κοιλίης Hp. Judic. 20.
medic. irritación, desajuste, descomposición
ἐ. κοιλίης
γαστρός
αἱ κοιλίαι ἰσχυρὰς ὀδύνας παρέχουσιν ἄνευ ἐκταραξίων
αἱ δὲ περὶ τὴν κάτω κοιλίαν ἐκταράξεις
ἐκτάραξις, εως (ἡ) [τᾰ] trouble, Hpc. 54, 5.
Étym. ἐκταράσσω.
ἐκτάραξις, ἡ, Beunruhigung, κοιλίης, Durchfall, Hippocr.