ἐκταρακτικός
ἐκταρακτικός, calculated to disturb
ἐκτᾰρ-ακτικός, ή, όν,
- calculated to disturb, v.l. in Hp. Acut.(Sp.) 50.
perturbador, que produce trastornos del vientre o la digestión
(κρέα) χολερώδεα δ' ἂν εἴη καὶ ἐκταρακτικά
τὸ ὑγρὸν (γάλα) ... κοιλίας ἐκταρακτικόν
• fig.
πάντα τὰ πάθη ... ἐκταρακτικὰ τοῦ διορατικοῦ τῆς ψυχῆς ἐστι
ἐκταρακτικός, ή, όν [τᾰ] propre à troubler, Hpc. 404, 53.
Étym. ἐκταράσσω.
ἐκταρακτικός, ή, όν, beunruhigend, bes. Durchfall erregend, Hippocr.