ἐκτατέον
ἐκτατέον, one must pronounce long
ἐκτᾰτέον,
- one must pronounce long, Sch. Il. 21.262.
1 hay que alargar, hay que extender
τὴν χεῖρα μετὰ τάξεως ἐκ διαστημάτων ἐ.
2 gram. hay que alargar una sílaba, una vocal
τὸ δὲ «δηριαάσθων» τὸ δεύτερον «α» ἐ.
οὕτως ἐ. διὰ τὸ μέτρον τὸ «Ἀσκληπιοῦ»
τὴν «ψι» συλλαβὴν ἐ. διὰ τὸ μέτρον
ἐκτατέον [τᾰ] vb. d’ἐκτείνω, Clém. 1, 397 Migne.