ἐκταφρεύομαι
en perf. estar cubierto de trincheras o abarrancado
ἐκτετάφρευτο ... ἀπὸ τοῦ τείχους περὶ τὰς κηπείας ἅπαντα
τοῦ πεδίου ἡ δυσχέρεια, διὰ χειμάρρους ἐκτεταφρευμένου
en perf. estar cubierto de trincheras o abarrancado
ἐκτετάφρευτο ... ἀπὸ τοῦ τείχους περὶ τὰς κηπείας ἅπαντα
τοῦ πεδίου ἡ δυσχέρεια, διὰ χειμάρρους ἐκτεταφρευμένου