ἐκτειχίζω
ἐκτειχίζω, to fortify completely
- fortify completely, Th. 7.26, X. HG 3.2.10, etc.:—Pass., τὸ τεῖχος ἐκτετείχισται ταχύ Ar. Av. 1165.
fortificar, amurallar completamente
τὸ χωρίον
τὸ κατ' ἀνατολὰς μέρος
(de un templo)πόλιν
Κορδύβην
ἐκτετειχισμένας πόλεις
• c. ac. y dat. instrum.
περιστᾶσιν ἐκτειχίσαι τὸ χωρίον
τὸν χῶρον λιθίνῳ τείχει
ἐξετείχισε τρία φρούρια
• c. ac. interno construir un muro o muralla
(τεῖχος) τὸ μὲν πρὸς Σικυῶνος ... ἐν ὀλίγαις ἡμέραις πάνυ καλὸν ἐξετείχισαν
τὰ μακρὰ τείχη ἐκτειχίσαι
οὕτω τὸ τεῖχος ἐκτετείχισται ταχύ;
• abs.
ἆθλα ὑποσχόμενος δώσειν τοῖς πρώτοις ἐκτειχίσασι
prometiendo dar premios a los primeros que terminaran la construcción del muro
- to fortify completely, Thuc., Xen.; τεῖχος ἐκτ. to build it from the ground, Ar.