ἔκτεισμα
ἔκτεισμα, payment
ἔκτεισμα, later ἔκτισμα, ατος, τό,
- payment, IG 11(2).144A 20 (Delos, iv B. C.), 162A 41.
- II penalty, Pl. Lg. 868b, D.H. 10.52 (pl.).