ἐκτραορδινάριος
1 milit. ὁ ἐ. soldado seleccionado destinado a tropas de élite
ἱππεῖς καὶ πεζοὺς ἐκλέγουσι, τοὺς καλουμένους ἐκτραορδιναρίους
2 subst. τὰ ἐξτραορδινάρια impuestos extraordinarios
γ]νῶσις τῶν ἐξτρ[α]ορ[δι]ναρ(ίων) καὶ ἑτέρ(ων) σ[υ]νηθειῶν