Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐκτραπέλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκτοπισμός
ἐκτοπιστέον
ἐκτοπιστικός
ἔκτοπος
ἐκτόπως
Ἑκτόρειος
Ἑκτόρεος
ἐκτορεύω
ἐκτορέω
Ἑκτορίδης
ἐκτορμέω
ἐκτορνεύω
ἔκτορνος
ἕκτος
ἑκτός
ἐκτός
ἔκτος
ἔκτοσε
ἔκτοσθε
ἔκτοσθεν
ἔκτοτε
ἐκτότης
ἐκτραγῳδέω
ἐκτράνιος
ἐκτρανόω
ἐκτραορδινάριος
ἐκτράπεζος
ἐκτραπελόγαστρος
ἐκτραπελογάστωρ
ἐκτράπελος
ἐκτραπέλως
ἐκτραπῆναι
ἐκτράπω
ἕκτρας
ἐκτραχηλιάζω
ἐκτραχηλίζω
ἐκτραχηλισμός
ἐκτράχηλος
ἐκτραχύνω
ἐκτρέμω
ἐκτρεπτέον
ἐκτρέπω
ἐκτρέφω
ἐκτρέχω
ἔκτρεψις
ἔκτρημα
ἔκτρησις
ἔκτρητος
ἐκτριαινόω
ἐκτριβή
ἐκτρίβω
ἔκτριμμα
ἐκτριτόω
ἐκτρίτωσις
ἐκτριχόω
ἔκτριψις
ἔκτρομος
ἐκτροπαλίζομαι
ἐκτροπή
ἐκτροπιάζομαι
ἐκτροπίας
…
ἐκτραπέλως
Save
Bailly 2024
ἐκτραπέλως
[
ᾰ
]
adv.
monstrueusement,
Anth.
11, 402
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}