ἐκτρωματιαῖος Save ἐκτρωματιαῖος, abortive LSJ DGE ἐκ-τρωμᾰτιαῖος, abortive, Gloss.:— also ἐκ-τρωμᾰτικός, Id. ἐκτρωματιαῖος -α, -ον abortivo, Gloss.2.293.