ἐκτρωσμός
ἐκτρωσμός, attempted abortion
ἐκ-τρωσμός, ὁ,
- = foreg. [ἔκτρωσις, miscarriage], Arist. HA 583b12, Aret. SD 2.11, Sammelb. 3451.5; attempted abortion, Hp. Mul. 1.78, Ptol. Tetr. 116.
medic. aborto
περὶ ἰάσιος ἐκτρωσμοῦ
ἐκτρωσμοὶ δ' αἱ μέχρι τῶν τετταράκοντα
ἐκτρωσμῷ καὶ βιαίῳ τόκῳ
ἐκτρωσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Arstt. H.A. 7, 3, 7 ; Diosc. 2, 194.
ἐκτρωσμός, ὁ, = ἔκτρωσις, Arist. H.A. 8.3 u. Sp.