Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐκτύπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκτρύπημα
ἐκτρύπησις
ἐκτρυφάω
ἐκτρυχόω
ἐκτρύχω
ἐκτρύω
ἐκτρώγω
ἔκτρωμα
ἐκτρωματαῖος
ἐκτρωματιαῖος
ἐκτρωματικός
ἐκτρωματισμός
ἐκτρωμός
ἔκτρωσις
ἐκτρώσκω
ἐκτρωσμός
ἐκτρώσω
ἐκτρωτικός
ἐκτυλίσσω
ἑκτυλίσσω
ἐκτυλόω
ἐκτύλωσις
ἐκτυλωτέον
ἐκτυλωτικός
ἐκτυμπάνωσις
ἔκτυπε
ἐκτυπέω
ἔκτυπος
ἐκτυπόω
ἐκτύπωμα
ἐκτύπως
ἐκτύπωσις
ἐκτυπωτός
ἐκτυραννέω
ἐκτυρόω
ἐκτυφλόω
ἐκτύφλωσις
ἐκτυφλώσσω
ἔκτυφος
ἐκτυφόω
ἐκτύφω
ἐκτυχίζω
ἕκτωρ
Ἕκτωρ
ἔκυης
ἔκυλος
ἑκυρά
ἑκυρεύς
ἑκυρεύω
ἑκυρή
ἑκυρός
ἔκυρσα
ἔκυσα
ἔκυσε
ἐκυτᾶτος
ἐκφαγεῖν
ἐκφαείνω
ἐκφαιδρύνω
ἐκφαίνω
ἐκφαλαγγέω
ἐκφαλαγγίζω
…
ἐκτύπως
Save
Bailly 2024
ἐκτύπως
[
ῠ
]
adv.
en relief,
Sext.
228, 12 Bkk.
Étym.
ἔκτυπος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}