Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐκτρόπιμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκτράπω
ἕκτρας
ἐκτραχηλιάζω
ἐκτραχηλίζω
ἐκτραχηλισμός
ἐκτράχηλος
ἐκτραχύνω
ἐκτρέμω
ἐκτρεπτέον
ἐκτρέπω
ἐκτρέφω
ἐκτρέχω
ἔκτρεψις
ἔκτρημα
ἔκτρησις
ἔκτρητος
ἐκτριαινόω
ἐκτριβή
ἐκτρίβω
ἔκτριμμα
ἐκτριτόω
ἐκτρίτωσις
ἐκτριχόω
ἔκτριψις
ἔκτρομος
ἐκτροπαλίζομαι
ἐκτροπή
ἐκτροπιάζομαι
ἐκτροπίας
ἐκτροπίας οἶνος
ἐκτρόπιμος
ἐκτρόπιον
ἔκτροπος
ἐκτρόπως
ἐκτροφή
ἔκτροφος
ἐκτροφωλέων
ἐκτροχάζω
ἐκτρόχαλον
ἐκτροχίζω
ἔκτροχον
ἐκτρυγάω
ἐκτρυγίζω
ἐκτρυπάω
ἐκτρύπημα
ἐκτρύπησις
ἐκτρυφάω
ἐκτρυχόω
ἐκτρύχω
ἐκτρύω
ἐκτρώγω
ἔκτρωμα
ἐκτρωματαῖος
ἐκτρωματιαῖος
ἐκτρωματικός
ἐκτρωματισμός
ἐκτρωμός
ἔκτρωσις
ἐκτρώσκω
ἐκτρωσμός
ἐκτρώσω
…
ἐκτρόπιμος
Save
Pape
ἐκτρόπιμος
, = ἔκτροπος, Cic.
Att
. 12.12, von dunkler Bdtg.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}