Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐκτρωματισμός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκτροπαλίζομαι
ἐκτροπή
ἐκτροπιάζομαι
ἐκτροπίας
ἐκτροπίας οἶνος
ἐκτρόπιμος
ἐκτρόπιον
ἔκτροπος
ἐκτρόπως
ἐκτροφή
ἔκτροφος
ἐκτροφωλέων
ἐκτροχάζω
ἐκτρόχαλον
ἐκτροχίζω
ἔκτροχον
ἐκτρυγάω
ἐκτρυγίζω
ἐκτρυπάω
ἐκτρύπημα
ἐκτρύπησις
ἐκτρυφάω
ἐκτρυχόω
ἐκτρύχω
ἐκτρύω
ἐκτρώγω
ἔκτρωμα
ἐκτρωματαῖος
ἐκτρωματιαῖος
ἐκτρωματικός
ἐκτρωματισμός
ἐκτρωμός
ἔκτρωσις
ἐκτρώσκω
ἐκτρωσμός
ἐκτρώσω
ἐκτρωτικός
ἐκτυλίσσω
ἑκτυλίσσω
ἐκτυλόω
ἐκτύλωσις
ἐκτυλωτέον
ἐκτυλωτικός
ἐκτυμπάνωσις
ἔκτυπε
ἐκτυπέω
ἔκτυπος
ἐκτυπόω
ἐκτύπωμα
ἐκτύπως
ἐκτύπωσις
ἐκτυπωτός
ἐκτυραννέω
ἐκτυρόω
ἐκτυφλόω
ἐκτύφλωσις
ἐκτυφλώσσω
ἔκτυφος
ἐκτυφόω
ἐκτύφω
ἐκτυχίζω
…
ἐκτρωματισμός
Save
LSJ
ἐκ-τρωμᾰτισμός, ὁ,
=
ἐκτρωσμός,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}