ἐκτυφλώσσω Save DGE Bailly 2024 ἐκτυφλώσσω • Alolema: át. -ττω cegar completamente τοὺς βαρυωπεῖς ὀφθαλμοὺς ἐκτυφλώττουσαν Chrys.M.61.792, en v. pas., fig. ἵνα ἐκτυφλώττῃ περὶ τὰ κάκιστα Nil.M.79.1117B. ἐκτυφλώσσω, att. -ώττω, c. ἐκτυφλόω, Chrys. 7, 440.