Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔμβαμα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμβ-
ἔμβα
ἐμβαβάζω
ἐμβαδᾶς
ἐμβαδεία
ἐμβάδευσις
ἐμβαδεύω
ἐμβάδια
ἐμβαδίζω
ἐμβαδικός
ἐμβάδιον
ἐμβαδομετρία
ἐμβαδομετρικός
ἐμβαδόν
ἐμβαδοποιός
ἐμβαδός
ἔμβαθμος
ἔμβαθρα
ἐμβαθρικόν
ἐμβαθρικός
ἔμβαθρον
ἐμβαθρωνός
ἐμβαθύνους
ἐμβαθύνω
ἐμβαθυχύτας
ἐμβαινητικός
ἐμβαίνω
ἐμβακανίτης
ἐμβακχεύω
ἐμβάλλω
ἔμβαμα
ἔμβαμμα
ἐμβαμμάτιον
ἐμβαπτίζω
ἐμβάπτω
ἐμβαρέω
ἔμβαρος
ἐμβαρύθω
ἐμβαρύνομαι
ἐμβάς
Ἔμβας
ἐμβασανίζω
ἐμβάσανος
ἐμβασικοίτας
ἐμβασίκοιτος
ἐμβασίλευμα
ἐμβασιλεύω
ἐμβάσιμον
Ἐμβάσιος
ἐμβάσιος
ἔμβασις
ἐμβασίχυτρος
Ἐμβασίχυτρος
ἐμβαστάζω
ἐμβατεία
ἐμβατεῖον
ἐμβατέον
ἐμβατεύς
ἐμβατευτικός
ἐμβατεύω
ἐμβατέω
…
ἔμβαμα
Save
DGE
ἔμβαμα
-ματος, τό
base
o
pedestal
con estatuas
IRhod.Per
.13.3 (IV/III a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}