ἐμβασίλευμα Save DGE Bailly 2024 ἐμβᾰσίλευμα -ματος, τό • Prosodia: [-σῐ-] reino, sede real de un dios (Μίλατος) Φοίβου κλυτὸν ἐ. Didyma 229.2.9 (I a.C.), cf. Chrys.M.37.423A. ἐμβασίλευμα, ατος (τὸ) [ᾰῐ] royauté, Naz. 3, 423d. Étym. ἐμβασιλεύω.