ἐμμοχθέω
soportar con esfuerzo, padecer c. dat.
Μωϋσης ἐνεμόχθει τοῖς δεινοῖς τῆς ἐρήμου
τοῖς ἀγῶσιν
ταῖς ἐρημίαις
ἐμ·μοχθέω-ῶ, travailler à, dat. Nyss. 2, 865.
Étym. ἐν, μ.
soportar con esfuerzo, padecer c. dat.
Μωϋσης ἐνεμόχθει τοῖς δεινοῖς τῆς ἐρήμου
τοῖς ἀγῶσιν
ταῖς ἐρημίαις