ἔμμουσος
ἔμμουσος, ον,
- = μουσικός, πράγματα Heph.Astr. 2.32: Sup. -ότατον, θεώρημα Nicom. Ar. 2.2; ἐμμούσοις γράμμασιν in literature, IG 9(1).235 (Larymna). Adv. -σως, παίζειν Plu. Col. 2.1119d.
I
1 musical
πράγματα
θεώρημα
τὸ δὲ σκαίρειν ἔμμουσον κίνησιν
2 inspirado por las musas
ἐμμελὴς ... καὶ ἔ.
de Píndaroᾠδαί
II adv. -ως musicalmente, bajo la inspiración de las musas
λαλεῖν
ἔμ·μουσος, ος, ον, seul. au sup. -ότατος, musical, Nicom. Arithm. 2, 109.
Étym. ἐν, μοῦσα.
ἔμμουσος, = μουσικός, Nicom. arithm. 2, p. 109.
• Adv. ἐμμούσως , παίζειν Plut. adv. Col. 22.
• Adv. ἐμμούσως , παίζειν Plut. adv. Col. 22.