ἐμμολύνω
ἐμμολύνω, pollute in
ἐμμολύνω,
- pollute in or with, in Pass., LXX Pr. 24.9(10).
1 tr. corromper con, contaminar con
τοῖς δὲ νεκροῖς καὶ ὀδωδόσι τῶν νοημάτων μὴ ἐμμολύνειν τὸν λόγον
2 manchar, mancillar en sent. relig. moral, en v. pas.
ἀκαθαρσία δὲ ἀνδρὶ λοιμῷ ἐμμολυνθήσεται
τὸν ἐμμολυνθέντα ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν αἰῶνα
μηκέτι τῷ σαρκώδει βίῳ ἐμμολυνόμενοι
ἐμ·μολύνω [ῡ] souiller, Spt. Prov. 24, 9 ; Bas. 3, 873 b Migne.
Étym. ἐν, μ.