ἐμμυστήριος Save DGE Bailly 2024 ἐμμυστήριος -ον místico, relativo al misterio τύπος προσευχῆς Gr.Naz.M.36.725A. ἐμ·μυστήριος, ος, ον, mystique, Naz. 2, 725 a Migne. Étym. ἐν, μυστήριον.