ἔμμορε Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἔμμορε, ἐμμόρμενος, ἔμμορον, v. μείρομαι. ἔμμορε v. μείρομαι. ἔμμορε, v. μείρομαι. ἔμμορε perf. 3 sing. van μείρομαι. ἔμμορε 3 sing. pf. μείρομαι. ἔμμορε : see μείρομαι.