Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπαιστός
ἐμπαιστός, embossed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμοῦ
ἐμοῦς
ἐμπ-
ἔμπα
ἐμπαγή
ἐμπαγίως
ἐμπάγνυμι
ἐμπάζομαι
ἐμπάθεια
ἐμπαθής
ἐμπαθῶς
ἐμπαιανίζω
ἔμπαιγμα
ἐμπαιγμονή
ἐμπαιγμός
ἐμπαίδευτος
ἐμπαιδεύω
ἐμπαιδοτριβέομαι
ἐμπαιδοτριβέω
ἐμπαιδοτροφέομαι
ἐμπαιδοτροφέω
ἐμπαίζω
ἐμπαίκτης
ἐμπαικτικός
ἐμπαίκτρια
ἔμπαιος
ἔμπαις
ἔμπαισμα
ἐμπαιστική
ἐμπαιστικός
ἐμπαιστός
ἔμπαιστος
ἐμπαίτονται
ἐμπαίττομαι
ἐμπαίω
ἐμπακτόω
ἐμπάλαγμα
ἐμπαλαιόομαι
ἐμπαλάσσομαι
ἐμπαλάσσω
ἔμπαλι
ἔμπαλιν
ἐμπάλλομαι
ἐμπάλλω
ἔμπαμα
ἐμπάμων
ἔμπαν
ἐμπανηγυρίζω
ἔμπαξ
ἐμπαραβάλλομαι
ἐμπαραγίγνομαι
ἐμπαράθετος
ἐμπαραλαμβάνω
ἐμπαραλιμπάνω
ἐμπαραμένω
ἐμπαράμονος
ἐμπαρασκευάζω
ἐμπαράσκευος
ἐμπαρατίθημι
ἐμπαραφέρω
ἐμπαραχωρέω
…
ἐμπαιστός
Save
ἐμπαιστός, embossed
LSJ
ἐμπαισ-τός, όν,
embossed,
Eust.
1357.40.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}