ἐμπαραγίγνομαι
ἐμπαραγίγνομαι, come in upon
ἐμπαρα-γίγνομαι,
- come in upon, τινί LXX Pr. 6.11.
sobrevenir
ἐμπαραγίγνεταί σοι ... ἡ πενία
ἐμ·παραγίγνομαι, survenir à, dat. Spt. Prov. 6, 11.
Étym. ἐν, π.
ἐμπαραγίγνομαι, (γίγνομαι), hinkommen, LXX.