ἐμπάλλομαι
ἐμπάλλομαι, shake
ἐμπάλλομαι, poet. ἐνιπ-,
- shake or quiver in, δόμοις ἐνιπάλλεται αἴγλη A.R. 3.756. (Act. ἐμπάλλομεν apptly. occurs in Tyrt. 1.64 Diehl.)