Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπεριόδως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπεπαίνομαι
ἐμπέπτας
ἐμπέραμος
Ἐμπέραμος
ἐμπεράμως
ἐμπερατόω
ἐμπερδολεκαναρύταινα
ἐμπερής
ἐμπεριάγω
ἐμπεριβάλλω
ἐμπερίβολος
ἐμπερίγραπτος
ἐμπερίγραφος
ἐμπεριγράφω
ἐμπεριδράσσομαι
ἐμπεριειλέω
ἐμπεριείργω
ἐμπεριεκτικός
ἐμπεριέρχομαι
ἐμπεριέχω
ἐμπεριισχάνω
ἐμπερικλείω
ἐμπερικρατέω
ἐμπεριλαμβάνω
ἐμπεριλείπομαι
ἐμπεριληπτικός
ἐμπερίληψις
ἐμπερινοέω
ἐμπερινοστέω
ἐμπερίοδος
ἐμπεριόδως
ἐμπεριορίζω
ἐμπεριοχή
ἐμπεριπαθέω
ἐμπεριπατέω
ἐμπεριπείρω
ἐμπεριπίπτω
ἐμπεριπλέω
ἐμπεριποιέω
ἐμπεριρρήγνυμι
ἐμπερίσπαστος
ἐμπερισπούδαστος
ἐμπεριστατέω
ἐμπερίστατος
ἐμπεριστέγω
ἐμπεριστρέφομαι
ἐμπερίσχεσις
ἐμπεριτέμνω
ἐμπεριτίθεμαι
ἐμπερίτομος
ἐμπεριτρέχω
ἐμπεριφερής
ἐμπεριφέρομαι
ἐμπεριχαρής
ἐμπεριχέομαι
ἐμπερκάζω
ἐμπερκαίνονται
ἐμπερόναμα
ἐμπερονατρίς
ἐμπερονάω
ἐμπερόνημα
…
ἐμπεριόδως
Save
Bailly 2024
ἐμπεριόδως,
adv.
périodiquement,
Corn.
155
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}