Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπερίσπαστος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπερίβολος
ἐμπερίγραπτος
ἐμπερίγραφος
ἐμπεριγράφω
ἐμπεριδράσσομαι
ἐμπεριειλέω
ἐμπεριείργω
ἐμπεριεκτικός
ἐμπεριέρχομαι
ἐμπεριέχω
ἐμπεριισχάνω
ἐμπερικλείω
ἐμπερικρατέω
ἐμπεριλαμβάνω
ἐμπεριλείπομαι
ἐμπεριληπτικός
ἐμπερίληψις
ἐμπερινοέω
ἐμπερινοστέω
ἐμπερίοδος
ἐμπεριόδως
ἐμπεριορίζω
ἐμπεριοχή
ἐμπεριπαθέω
ἐμπεριπατέω
ἐμπεριπείρω
ἐμπεριπίπτω
ἐμπεριπλέω
ἐμπεριποιέω
ἐμπεριρρήγνυμι
ἐμπερίσπαστος
ἐμπερισπούδαστος
ἐμπεριστατέω
ἐμπερίστατος
ἐμπεριστέγω
ἐμπεριστρέφομαι
ἐμπερίσχεσις
ἐμπεριτέμνω
ἐμπεριτίθεμαι
ἐμπερίτομος
ἐμπεριτρέχω
ἐμπεριφερής
ἐμπεριφέρομαι
ἐμπεριχαρής
ἐμπεριχέομαι
ἐμπερκάζω
ἐμπερκαίνονται
ἐμπερόναμα
ἐμπερονατρίς
ἐμπερονάω
ἐμπερόνημα
ἐμπερονητρίς
ἐμπερπερεύομαι
ἔμπεσε
ἐμπεσεῖν
ἔμπεσον
ἐμπεταλίς
ἐμπετάννυμι
ἐμπεταννύω
ἐμπέτασμα
ἔμπετες
…
ἐμπερίσπαστος
Save
DGE
ἐμπερίσπαστος
-ον
alocado
,
distraído
ἄνθρωποι
Ath.Al.M.28.848B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}