ἐμπεριποιέω
ἐμπεριποιέω, produce in
ἐμπερι-ποιέω,
- produce in, δυνάμεις τισί Ptol. Tetr. 50.
proporcionar
τὰς δυνάμεις αὐτοῖς
ἐμ·περιποιέω-ῶ, c. περιποιέω, Ptol. Tetr. 50.
Étym. ἐν, π.