ἐμπύησις
ἐμπύησις, suppuration
ἐμπύ-ησις, εως, ἡ,
- suppuration, Hp. Aph. 5.65, Aret. CA 1.7, etc.
medic. supuración, empiesis Hp.Prog.7, Aph.5.65,
ἐ. δακρύων δακνωδέων
ἐ. πλεύμονος
ἡ κατὰ τὰς ἐμπυήσεις ἑπομένη (ἀλλοίωσις)
ἐμπύησις, εως (ἡ) [ῠ] suppuration, Hpc. Aph. 1256.
Étym. ἐμπυέω.
ἐμπύησις, ἡ, = ἐμπύη, Medic.