Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπύλαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπρόσωπος
ἐμπρυτανεύομαι
ἔμπρῳρος
ἔμπρωρρος
ἐμπταίω
ἔμπτιον
ἐμπτίσσω
ἐμπτοέομαι
ἐμπτοέω
ἔμπτυσις
ἔμπτυσμα
ἐμπτυσμός
ἐμπτύω
ἐμπτωσία
ἔμπτωσις
ἔμπτωτος
ἐμπύγια
ἐμπύγονα
ἐμπυελίδιον
ἐμπυελίς
ἐμπυέω
ἐμπύη
ἐμπύημα
ἐμπυηματικός
ἐμπύησις
ἐμπυητικός
ἐμπυϊκός
ἐμπυΐσκω
ἐμπυκάζω
ἔμπυκνος
ἐμπύλαι
ἐμπύλαιος
ἐμπύλιος
Ἔμπυλος
ἐμπυόομαι
ἔμπυος
ἐμπυόω
ἔμπυρα
ἐμπυρακτέω
ἐμπυρεία
ἐμπύρετος
ἐμπύρευμα
ἐμπύρευσις
ἐμπυρεύω
ἐμπυρία
ἐμπυριβήτης
ἐμπυρίζω
ἐμπύριος
ἐμπυρισμός
ἐμπυριστής
ἐμπυρισχησίφως
ἐμπυρίφοιτος
ἐμπυρίως
ἐμπυροειδής
ἐμπυρόμαντις
ἔμπυρον
ἔμπυρος
ἐμπυροσκόπος
ἐμπυροτέχνης
ἐμπυρόω
ἐμπυρριχίζω
…
ἐμπύλαι
Save
LSJ
ἐμπύλαι·
αἱ νύμφαι,
Hsch.
; cf.
τιτύπαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}