ἔμπυος
ἔμπυος, suppurating
- suffering from an abscess or suppurating wound, Hp. Prog. 18, Aph. 5.10, D. 54.12, Isoc. 19.26, Men. 1009, IG 4.952.57 (Epid.); τῷ ἐ. βέλτιον τὸ καίεσθαι τοῦ διαμένειν Iamb. Protr. 2; ἵπποι Arist. HA 604b6.
- II festering, suppurating, βάσις S. Ph. 1378; στέρνων ἀπολύσεται ἔμπυον ἰλύν Androm. ap. Gal. 14.35; ἔ. μοτός tents, Gal. 19.97.
I
1 que sufre un absceso, que tiene empiema
ἔμπυοι πολλοὶ γίνονται
γίνονται δὲ καὶ ἔμπυοι οἱ ἵπποι
ἔ. ἦς οὕτω σφοδρῶς ὥστε ἑπτὰ καὶ ἑξήκοντα λεκάνας ἐνέπλησε πύους
ἔ. περὶ ἧπαρ ἄνθρωπος
περὶ τὰ σπλάγχνα
• frec. subst. ὁ ἔ. el que padece un empiema
τῶν δὲ ἐμπύων τῶν ἐκ τῶν περιπνευμονικῶν οἱ γεραίτεροι μᾶλλον ἀπόλλυνται
τῷ ἐμπύῳ βέλτιον τὸ καίεσθαι τοῦ διαμένειν
2 purulento, que supura
ἔ. βάσις
pie purulentoστέρνων ἀπολύσεται ἔμπυον ἰλύν
ὁ βουβὼν ... ἔ. γέγονεν
ἔ. μοτός
drenaje
II subst. τὸ ἔ. supuración, absceso, empiema
ἔμπυον ἔσεσθαι σημαίνει
indica que habrá un abscesoεἴκελος ἐμπύῳ ἦν
ἐὰν συναγάγῃ ἔμπυον τὸ ἕλκος
- suppurating, Soph.