ἐναγώνισις
ἐναγώνισις, struggle
ἐνᾰγών-ισις, εως, ἡ,
- struggle, Procop. Goth. 4.32 (S.V.l.).
disposición al combate
μία ... ἁπάντων προθυμία τε καὶ ... ἐ. ἦν
ἐναγώνισις, struggle
disposición al combate
μία ... ἁπάντων προθυμία τε καὶ ... ἐ. ἦν