ἔναθλος
ἔναθλος, laborious
ἔναθλος, ον,
- laborious, πόνοι Ph. 1.646.
- II ἔναθλον, τό, contest, in pl., dub. in IG 7.2532.
1 que requiere esfuerzo
πόνοι
2 subst. τὰ ἔναθλα proezas
μεγάλα τὰ ἔναθλα τῆς ἀνδραγαθίας σου
ἔν·αθλος, ος, ον [ᾱ] qui oblige à lutter, pénible, Phil. 1, 646.
Étym. ἐν, ἆθλος.
ἔναθλος, [ᾱ], mühsam, πόνος Philo.