ἐναέριος
ἐναέριος, in the air
- in the air, ζῷα Ti.Locr. 101c, Gal. Thras. 40; μεῖξις Luc. Musc.Enc. 6; opp. ἔγγειος, Them. Or. 13.168b. cf. Porph. Gaur. 10.6.
aéreo, que está o va por el aire
ζῶα
op. ἔνυδρος
op. χερσαῖος
δυνάμεις op. ἐναιθέριος y ἔνυδρος
μεῖξις
op. ἔγγειος
φῶς
πνεῦμα
οἳ (ἀθάνατοι) ... ἐνηέριοί τε ποτῶνται
• subst. τὸ ἐναέριον ser aéreo, criatura del aire
τὸ περιοικοῦν τῶν ἐναερίων καὶ ἐναιθερίων
op. τὰ οὐράνια, ἐπιχθόνια, ὑποχθόνια
πνεῦμα ἀκάθαρτον
- in the air, Luc.