ἐναπονίζομαι
lavarse
ποδανιπτὴρ ... ἐν τῷ ... τοὺς πόδας ἐναπονίζοντο
una jofaina en la que se lavaban los piesἐς ποταμὸν ... οὐ χεῖρας ἐναπονίζονται
τὰ πρόσωπα
αὑτῷ ... ἐναπονίζει τὼ χεῖρε
• abs. lavarse, bañarse
τοὺς ... ποταμῷ ... ἐναπονιζομένους θανάτῳ ζημιοῦσιν
ἐν·απονίζομαι (seul. prés. et impf. 3 pl. ion. ἐναπονιζέατο) se laver dans, ἐν et le dat. Hdt. 1, 138 ; 2, 172.
ἐναπονίζομαι, sich darin abwaschen ; χεῖρας, πόδας, ἔν τινι, Her. 1.138, 2.172 ; aor. ἐναπονίψασθαι, Paus. 9.30.8 ; ἐναπονίψεις, Polyzel. bei Poll. 10.76 ; ἐναπονιπτέον, Poll. 10.77.