ἐναποπλύνω
ἐναποπλύνω, wash away in
ἐναπο-πλύνω [ῡ],
- wash away in, τὰ χρώματα ἐν τῷ ὑγρῷ Arist. Sens. 441b15; ἐσθῆτα Paus. 3.25.8.
1 disolver en
οἱ ἐναποπλύνοντες ἐν τῷ ὑγρῷ τὰ χρώματα
τῷ ὕδατι
τῶν ... λόγων ἐναποπλυνθέντων ὕδατι
2 lavar
γυνὴ ... μεμιασμένην ἐναποπλύνασα ἐσθῆτα
ἐν·αποπλύνω [ῡ] laver dans, avec ἐν et le dat. Arstt. Sens. 4, 11 ; Paus. 3, 25, 8.
ἐναποπλύνω, (πλύνω), darin abwaschen ; χρώματα ἔν τινι Arist. sens. 4 ; Sp.