ἐναποτίκτω
ἐναποτίκτω, produce in
ἐναπο-τίκτω,
- produce in, γνώμην τινί Procop.Gaz. Ep. 31.
1 generar en, suscitar en c. ac. y dat. loc.
τοιαύτην μοι γνώμην ἐναποτίκτουσιν Ἔρωτες
τοσαύτη ... αὐτοῖς ἐναπετέχθη ἔχθρα
2 proponer, descubrir
ἣν (κίνησιν) Ἀριστοτέλης δεινότητι λογισμῶν ἐναπέτεκεν
ἐναποτίκτω, (τίκτω), darin gebären, Sp.