ἐναποσφράγισμα
impresión
ὁ ... λόγος ... οἷον ἐναποσφραγίσματα τῶν «πνευματικῶν» δυνάμεων
ἐναποσφράγισμα, ατος (τὸ) [ᾱγ] sceau imprimé dans, Clém. 1, 1053 Migne.
ἐναποσφράγισμα, τό, das Daraufgedrückte, Siegel, Clem.Al.
impresión
ὁ ... λόγος ... οἷον ἐναποσφραγίσματα τῶν «πνευματικῶν» δυνάμεων