ἐναποτέμνω
ἐναποτέμνω, to be cut off in
ἐναπο-τέμνω, in Pass.,
- to be cut off in, Str. 2.5.27.
cortar
τὴν τοῦ βαρβάρου κεφαλήν
καὶ τούτοις (τοῖς τραχηλιμαίοις μέροις) ἐναποτέμνεται τὸ πλευρὸν ὄρος ἡ καλουμένη Πυρήνη
ἐν·αποτέμνω, couper dans, Str. 171.
ἐναποτέμνω, darin abschneiden, Strab. 2.5.27.