Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδιάλῳ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδιάασκον
ἐνδιαβάλλω
ἐνδιάβολος
Ἐνδίαγρος
ἐνδιάγω
ἐνδιαδύνω
ἐνδιαερανερινήχετος
ἐνδιαεριαυερινήχετος
ἐνδιαεριαυρινήχετος
ἐνδιαεριαυρονήχετος
ἐνδιάζω
ἐνδιάθεσις
ἐνδιάθετος
ἐνδιαθέτως
ἐνδιαθέω
ἐνδιάθηκος
ἐνδιαθρύπτομαι
ἐνδιαιτάομαι
ἐνδιαιτέομαι
ἐνδιαίτημα
ἐνδιαίτησις
ἐνδιαιτητήριον
ἐνδιάκειμαι
ἐνδιακειμένως
ἐνδιακοσμέω
ἐνδιακρίτως
ἐνδιαλαμβάνω
ἐνδιαλλάσσω
ἐνδιαλλάττω
ἐνδιαλύω
ἐνδιάλῳ
ἐνδιαμένω
ἐνδιαπερονάω
ἐνδιαπίπτω
ἐνδιαπλέκω
ἐνδιαπράττω
ἐνδιαπρέπω
ἐνδιαρκής
ἐνδιαρκῶς
ἐνδιαρρέω
ἐνδιασκευάζω
ἐνδιάσκευος
ἐνδιασκεύως
ἐνδιασπάω
ἐνδιασπείρω
ἐνδιαστέλλομαι
ἐνδιαστέλλω
ἐνδιαστρέφω
ἐνδιάστροφος
ἐνδιαστρόφως
ἐνδιατάσσω
ἐνδιατείνομαι
ἐνδιατελέω
ἐνδιατίθεμαι
ἐνδιατίθημι
ἐνδιατρέχω
ἐνδιατρίβη
ἐνδιατριβή
ἐνδιατρίβω
ἐνδιατριπτέον
ἐνδιατριπτέος
…
ἐνδιάλῳ
Save
LSJ
ἐνδιάλῳ·
μεσημβρίας ὥρᾳ,
Hsch.
(Fort.
ἐν δειέλῳ,
vel
ἐν διάλῳ,
= δεάλῳ, δήλῳ.)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}