ἐνδιάκειμαι
ἐνδιάκειμαι, to be set in
ἐνδιά-κειμαι, Pass.,
- to be set in, λίθοι σχοινίσιν ἐ. J. AJ 12.2.
- 9 ἐνδια-κειμένως, Adv. = ἐνδιαθέτως, λέγειν τι Hermog. Id. 2.7.
estar colocado, estar incrustado
ἐνδιέκειντο δὲ ταῖς σχοινίσιν τῆς τορείας λίθοι πολυτελεῖς
ἐν·διάκειμαι (seul. prés. et impf. ἐνδιεκείμην) se trouver dans, dat. Jos. A.J. 12, 2, 9.
ἐνδιάκειμαι, (κεῖμαι), darin liegen, sein, Jos.