Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνόπη
ἐνόπη, ear-ring
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνοίτιον
ἑνόκερος
ἐνοκλάζω
ἔνολβος
ἐνολισθαίνω
ἐνολισθάνω
ἐνολκή
ἐνόλμιον
ἐνόλμιος
ἔνολμος
ἐνολολύζω
ἔνολος
ἔνομβρον
ἐνομήρης
Ἐνομίδης
ἐνομιλέω
ἐνομματίζω
ἐνομματόω
ἐνόμνυμαι
ἐνομολογέω
ἐνομόργνυμαι
ἐνομόργνυμι
ἐνόν
ἐνονυχίζει
ἐνονυχίζω
ἐνοξίζω
ἐνοπά
ἐνόπαι
Ἐνοπεύς
ἐνοπή
ἐνόπη
Ἐνόπη
ἐνόπιος
ἐνοπλίζω
ἐνόπλιος
ἐνοπλισμός
ἔνοπλος
ἑνοποιέω
ἑνοποιός
ἐνοπτάω
ἐνοπτεύω
ἐνοπτιλίζειν
ἔνοπτος
ἐνοπτρίζω
ἐνοπτρικοί
ἐνοπτρικός
ἐνόπτρισις
ἐνοπτρισμός
ἔνοπτρον
ἐνόρασις
ἐνορατικός
ἐνοράω
ἐνοργάω
ἐνοργείας
ἐνορδίνως
ἐνόρειος
ἐνορέω
ἐνορθιάζω
ἐνόριος
ἐνορκέω
ἐνορκίζομαι
…
ἐνόπη
Save
ἐνόπη, ear-ring
LSJ
ἐνόπη, ἡ,
ear-ring,
S.
Fr.
54.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}