ἐνοπτρικός
I capaz de reflejar imágenes, reflectante
τῇ ἐνοπτρικῇ φαντασίᾳ κολοιοὺς ἀληθεῖς ... δόξαντες εἶναι
II subst.
1 ὁ ἐ. persona entendidas en óptica, óptico
οἱ γὰρ ἐνοπτρικοὶ καὶ δύο καὶ τρεῖς ... φασι γίνεσθαι
2 τὸ ἐ. objeto o superficie reflectante
ὁρᾶσθαι ... ἐν τοῖς ἐνόπτροις τε καὶ ἐνοπτρικοῖς πᾶσι