Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνολκή
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνοικήτωρ
ἐνοικί
ἐνοικιάζω
ἐνοικίδιος
ἐνοικίζω
ἐνοικιολογέω
ἐνοικιολογία
ἐνοικιολόγος
ἐνοίκιος
ἐνοίκισμα
ἐνοικισμός
ἐνοικοδομέω
ἐνοικοδόμημα
ἐνοικοδομήματα
ἐνοικοδομία
ἐνοικολ-
ἐνοικολογέω
ἐνοικολόγος
ἐνοικονομέω
ἔνοικος
ἐνοικουρέω
ἔνοινος
ἐνοινοφλύω
ἐνοινοχοέω
ἐνοίτιον
ἑνόκερος
ἐνοκλάζω
ἔνολβος
ἐνολισθαίνω
ἐνολισθάνω
ἐνολκή
ἐνόλμιον
ἐνόλμιος
ἔνολμος
ἐνολολύζω
ἔνολος
ἔνομβρον
ἐνομήρης
Ἐνομίδης
ἐνομιλέω
ἐνομματίζω
ἐνομματόω
ἐνόμνυμαι
ἐνομολογέω
ἐνομόργνυμαι
ἐνομόργνυμι
ἐνόν
ἐνονυχίζει
ἐνονυχίζω
ἐνοξίζω
ἐνοπά
ἐνόπαι
Ἐνοπεύς
ἐνοπή
ἐνόπη
Ἐνόπη
ἐνόπιος
ἐνοπλίζω
ἐνόπλιος
ἐνοπλισμός
ἔνοπλος
…
ἐνολκή
Save
DGE
ἐνολκή
-ῆς, ἡ
medic.
espasmo
o
laceración interna
del cuerpo
, Chrys.M.64.461C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}