ἔνοπτρον
ἔνοπτρον, a mirror
- mirror, E. Hec. 925 (lyr.), Or. 1112, Not.Scav. 1920.328: generally, reflecting surface, ἐν ὕδατι καὶ τοῖς τοιούτοις ἐ. Arist. Mete. 345b26, cf. 372a33.
espejo o cualquier objeto reflectante
χρύσεα ἔνοπτρα
ἔνοπτρα καὶ μύρα
ἐν ὕδατι καὶ τοῖς τοιούτοις ἐνόπτροις ... ἐμφαίνεται
ἐπίπεδα ἔνοπτρα
espejos planos dif. de κυρτὰ ἔνοπτρα ‘espejos convexos’ἡ ἀπὸ τοῦ ἐνόπτρου ... διασπειρομένη πρὸς ἡμᾶς αὐγή
ἔνοπτρον δὴ γεγονυῖαν
ὁμόχροα τῷ ἐνόπτρῳ φανεῖται
ἐν τοῖς ἐνόπτροις τοῖς σφόδρα καθαροῖς
σοφοῦ διάνοια θεοῦ ἔνοπτρον
espejo de Dios es la mente del sabioταῦτα ... ἔνοπτρα δὲ τῶν ψυχικῶν
Ἔνοπτρον
tít. de una obra del astrónomo Eudoxo
- a mirror, Eur.