ἐνολισθαίνω
1 venirse abajo, caer al suelo una bandada de pájaros, Plu.Pomp.25
• gener. c. dat. concr. derrumbarse, caerse ref. a borrachos
κεφαλὴ ... μένειν δὲ ὀρθὴ ἐπὶ τῶν ὤμων μὴ δυναμένη ... τοῖς σπονδύλοις ἐνολισθαίνουσα
τυφλὸς ... τοίχοις προσκρούων καὶ βόθροις ἐνολισθαίνων
• de la tierra hundirse por causa de movimientos sísmicos
χώρα ... χάσμασιν ἐνώλισθε πολλοῖς
• fig. c. dat. abstr.
δειναῖς τε καὶ ἀνηκέστοις ἐνολισθήσαντες συμφοραῖς
abrumados por tremendas e insufribles calamidades
2 deslizarse, discurrir
ἐν ὑγρῷ τε καὶ ἐπιπολαίῳ τῷ πηλῷ τοῦ τρόχου δι' εὐκολίας ἐνολισθαίνοντος
ἡ τῷ γλίσχρῳ τῆς ἁμαρτίας ἐνολισθήσασα