ἐνομόργνυμαι
ἐνομόργνυμαι, to impress
1 imprimir, estampar, dejar huella, grabar
μιλτίνην ἐνομόρξεται τῷ ἐπιπέδῳ γραμμήν
ἡ δόξα δεινὴ ... τὰ τῶν πολλῶν ἐνομόρξασθαι πάθη ... τοῖς πολιτευομένοις
2 destilar, inyectar
στυφελοῖσι τόν (ἰόν) οἱ ἐνομόρξατ' ὀδοῦσι λυγρὸς ὕδρος
sobre el pie de Filoctetes
ἐνομόργνυμαι
- Mid. to impress, Plut.