ἐνοπτρίζω
ἐνοπτρίζω, reflect
- reflect, Damian. Opt. 10:—Pass., to be seen as in a mirror, Porph. Marc. 13, Olymp. in Mete. 230.17:—Med., see as in a mirror, ἑαυτούς Ph. 1.451, cf. Plu. QConv. 2.696a; τὸ τῆς ἀληθείας κάλλος Hierocl. in CA Praef. p.416 M.
I
1 reflejar
τὴν φαντασίαν
• part. subst. τὰ ἐνοπτρίζοντα los objetos que reflejan imágenes
ταῦτα φαντάζεσθαι κἀν τοῖς ἐνοπτρίζουσιν ἐνυπάρχειν αὐτά
ésas (imágenes) dan la falsa impresión de que están dentro de aquello que las refleja
• en v. med. mismo sent.
τὰ οὐράνια διηνεκῶς κατόπτευε καὶ ἐνοπτρίζου
τὸ τῆς ἀληθείας ἐνοπτρίσασθαι κάλλος ἀμήχανον
• esp. c. ac. del refl. fig.
ἑαυτὸν ἐνοπτρίζει ὁ ποιητὴς καὶ ἐν τούτοις
ἵν' ... ἐνοπτρίζωνται ἑαυτούς
ἑαυτὸν ἐνοπτρίζεσθαι ἐν τῷ νέφει ὥσπερ ἐπὶ τῶν κατόπτρων
• abs. reflejar la luz
δι' ἀνωμαλίαν τῶν ἐνοπτριζόντων νεφῶν
2 en v. med. fig. tener ante la vista
τὴν θείαν διὰ παντὸς ἐνοπτριζόμενοι δίκην
teniendo continuamente presentes los preceptos divinosοἱ δὲ (ποιηταί) ταῦτα ἐνοπτρισάμενοι παρὰ τῷ ποιητῇ (Ὁμήρῳ)
II intr., en v. med.-pas.
1 reflejarse en un espejo o como en un espejo
τῇ ὄψει παρέχει καθαρώτατον ἐνοπτρίσασθαι
ofrece a la vista el reflejo más puroἐν οἷς (ἐσόπτροις) τὰ πρόσωπα ἐνοπτρίζεται
διὰ τὸ ἐνοπτρίζεσθαι αὐτὸν ἐν τῷ ἀέρι
δι' ὧν μάλιστα καὶ αὐτὸς ἐνοπτρίζεσθαι πέφυκεν
2 mirarse en un espejo
καμ<μ>ύσας ἐνωπτρίζετο
se miraba en el espejo con los ojos cerrados de un pedante estúpido